καραβέλα

καραβέλα
Τύπος ιστιοφόρου πλοίου. Χρησιμοποιήθηκε κυρίως από τους Ισπανούς και τους Πορτογάλους τον 15o και τον 16o αι., τόσο ως πολεμικό όσο και ως εμπορικό πλοίο. Η κ. είχε χωρητικότητα από 150 μέχρι 500 τόνους και έφερε εξάρτιση με διαφορετικά χαρακτηριστικά από τόπο σε τόπο. Γενικά πάντως είχε τρία κατάρτια, από τα οποία το κεντρικό ήταν το ψηλότερο και έφερε δύο τετράγωνα πανιά, ένα τετράγωνο της πλώρης και ένα λατίνι της πρύμνης. Στο μπομπρέσο μπορούσε να στερεωθεί ένα τετράγωνο πανί, που έμενε τεντωμένο έξω από την πλώρη. Τα τρία πλοία που χρησιμοποίησε ο Κολόμβος για να διασχίσει τον Ατλαντικό ήταν κ., με τις ονομασίες Santa Maria, Pinta και Nina. Το τελευταίο, που ήταν και το μικρότερο (μήκος 24 μ., πλάτος 7,30 μ., χωρητικότητα 150 τόνοι), φαίνεται πως είχε μόνο λατίνια για πανιά. Μία καραβέλα, σε σχεδίασμα του 1482 (Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη, Μπολόνια).
* * *
η (Μ καραβέλλα)
μεγάλο ιστιοφόρο πλοίο παλαιού τύπου με τρία ή τέσσερα κατάρτια που πρωτοχρησιμοποιήθηκε τον 13ο αιώνα
νεοελλ.
τύπος επιβατηγού αεροσκάφους.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. caravella (< λατ. carabus < κάραβος)].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • καραβέλα — η (λ. ισπαν. ή ιταλ.), είδος μικρού ιστιοφόρου πλοίου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Θεοτόκης, Κωνσταντίνος — (Κέρκυρα 1872 – 1923). Συγγραφέας. Πολυταξιδεμένος, πολυμαθής (σπούδασε φιλολογία, φυσικές επιστήμες, μαθηματικά, φιλοσοφία), γλωσσομαθέστατος (μετέφρασε Πλάτωνα, Αριστοφάνη, ινδική φιλολογία, Βιργίλιο, Λουκρήτιο, Σαίξπηρ, Γκέτε), οργάνωσε το… …   Dictionary of Greek

  • μηλιά — Ένα από τα γνωστότερα οπωροφόρα δέντρα, που καλλιεργείται στις εύκρατες περιοχές του βόρειου κυρίως ημισφαιρίου πολύαριθμες, πάνω από χίλιες, είναι οι εμπορεύσιμες ποικιλίες του και ακόμα μεγαλύτερος ο αριθμός που αντιπροσωπεύει τις υποποικιλίες… …   Dictionary of Greek

  • πλοίο — Με τον όρο αυτό υποδηλώνεται γενικά κάθε αυτοκινούμενο πλωτό μέσο, που έχει διαστάσεις μεγαλύτερες από της λέμβου και προορίζεται για εμπορικούς (κυρίως μεταφορά εμπορευμάτων και επιβατών), πολεμικούς (επιφανειακές και υποβρύχιες πολεμικές… …   Dictionary of Greek

  • Γουινέα-Μπισάου — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Γουινέα Μπισάου Παλαιότερη ονομασία: Πορτογαλλική Γουινέα Έκταση: 36.120 τ.χλμ Πληθυσμός: 1.345.479 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Μπισάου (288.295 κάτ. το 2002)Κράτος της δυτικής Αφρικής. Συνορεύει στα Β με την Σενεγάλη …   Dictionary of Greek

  • Μπενάκη, Μουσείο — Μουσείο της Αθήνας, που ίδρυσε το 1930 ο Αντώνιος Μπενάκης (βλ. λ.). Αποτελεί ίδρυμα επιχορηγούμενο από το δημόσιο και στεγάζεται στο αρχοντικό του Εμμανουήλ Μπενάκη (γωνία Βασιλίσσης Σοφίας και Κουμπάρη). Το Μουσείο δημιουργήθηκε από τις… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”